Burnout

O όρος burn-out, αποδίδεται συνήθως στα ελληνικά με τις λέξεις «εξαντλημένος/η» ή «εξουθενωμένος/η» και εκφράζει την ψυχοσωματική καταπόνηση του εργαζομένου και την εξάντληση όλων των προσωπικών ψυχικών του αποθεμάτων κατά την προσπάθεια προσαρμογής του στις καθημερινές δυσκολίες που σχετίζονται με την επαγγελματική του δραστηριότητα. Το συγκεκριμένο σύνδρομο αφορά κυρίως στα επαγγέλματα «φροντίδας». Ο ορισμός, που διεθνώς έχει επικρατήσει, δόθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980 από την κοινωνική ψυχολόγο C.Maslach και τους συνεργάτες της (1982). Η Maslach χαρακτήρισε το burnout ως μια κατάσταση, η οποία διακρίνεται από τις εξής τρεις διαστάσεις: 1) Τη συναισθηματική εξάντληση, που αναφέρεται στην αίσθηση συνεχούς έντασης και συναισθηματικής αποξένωσης στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. 2) την αποπροσωποποίηση, που ταυτίζεται με την αρνητική και αγενή πολλές φορές συμπεριφορά κατά τη συναναστροφή με άτομα που ζητούν και αποδέχονται τις επαγγελματικές τους υπηρεσίες και φροντίδες. Η αποπροσωποποίηση αφορά στην απομάκρυνση-αποστασιοποίηση του επαγγελματία από τους ασθενείς του, τους οποίους αντιμετωπίζει περισσότερο ως αντικείμενα παρά σαν ανθρώπους. 3) Το αίσθημα μειωμένης επίτευξης, που εκδηλώνεται κατά τη συνεργασία με άλλους έχοντας την πεποίθηση ότι η ικανότητα και η επιθυμία τους για επιτυχία μειώνονται συνεχώς. Περισσότερο όμως εκδηλώνεται με την αναλγησία και τελικά την παραίτηση του ατόμου από κάθε προσπάθεια ανάληψης ωφέλιμων και αποτελεσματικών χειρισμών των εργασιακών ζητημάτων. Οι Freudenberg & Richelson (1980) όρισαν για το burnout ως: Σύνδρομο χρόνιας κόπωσης Κατάθλιψη Ματαίωση Ο παραπάνω ορισμός, ενώ περιλαμβάνει μερικά από τα βασικά στοιχεία του φαινομένου, συγχέει το burnout με έννοιες οι οποίες, μολονότι φαινομενικά σχετίζονται με το burnout, ωστόσο, αποτελούν ξεχωριστές οντότητες (π.χ. κατάθλιψη, σύνδρομο χρόνιας κόπωσης). Ένας άλλος ορισμός του burnout δόθηκε από τον Cherniss (1980). O Cherniss περιέγραψε το burnout ως μία διαδικασία απεμπλοκής του ατόμου από ψυχοπιεστικούς εργασιακούς παράγοντες. Τόνισε ότι η αναντιστοιχία μεταξύ των εργασιακών απαιτήσεων και των διαθέσιμων αποθεμάτων ενέργειας του επαγγελματία μπορεί να οδηγήσει σε μια συναισθηματική αντίδραση, η οποία χαρακτηρίζεται από άγχος, κούραση, πίεση και εξάντληση. Αυτή η αντίδραση με τη σειρά της προκαλεί συνήθως αλλαγές στη στάση και τη συμπεριφορά του ατόμου (π.χ. αποπροσωποποίηση), καθώς ο επαγγελματίας προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του χώρου εργασίας. Ο ορισμός που προτάθηκε από την Pines και τους συνεργάτες της (1988), χαρακτηρίζει το burnout ως μια κατάσταση : Σωματικής Συναισθηματικής & Ψυχικής εξάντλησης, η οποία μπορεί να προκληθεί με τη μακροχρόνια εμπλοκή του επαγγελματία σε συνθήκες συναισθηματικά απαιτητικές. Ο ορισμός των Edelwich και Brodsky (1980), αναφέρει τέσσερα στάδια μέσα από τα οποία το burnout εξελίσσεται προοδευτικά : Το στάδιο του ενθουσιασμού. Ο επαγγελματίας στο ξεκίνημα της καριέρας του αναμένει να αντλήσει κάθε δυνατή ικανοποίηση και αμοιβή μέσα από την εργασία του. Το στάδιο της αμφιβολίας και αδράνειας. Ο επαγγελματίας συνειδητοποιώντας ότι η εργασία του δεν μπορεί να καλύψει όλες τις προσδοκίες και ανάγκες του, απογοητεύεται και αρχίζει να αμφιβάλλει για τις ικανότητες του. Παράλληλα, αναζητά τα αίτια της απογοήτευσής του στο εργασιακό περιβάλλον (π.χ. χαμηλές οικονομικές απολαβές, υπερβολικός φόρτος εργασίας, ασάφεια ρόλων και καθηκόντων, κ.ά.). Το στάδιο της απογοήτευσης και ματαίωσης. Στο συγκεκριμένο στάδιο, ο επαγγελματίας βιώνει τη ματαίωση και ουσιαστικά οδηγείται είτε στον επαναπροσδιορισμό των στόχων και των προσδοκιών του, είτε στην αποστασιοποίηση από τους ασθενείς και το χώρο εργασίας του. Το στάδιο της αποστασιοποίησης. Αυτό το τελευταίο στάδιο, χαρακτηρίζεται από αποκινητοποίηση, αναλγησία και κυνισμό του επαγγελματία σε σχέση με τα προβλήματα των ασθενών του.

Μοιραστείτε το: